αντεκκλέπτω


αντεκκλέπτω
ἀντεκκλέπτω (Α)
κλέβω και εγώ για εκδίκηση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντεξέκλεψαν — ἀντεκκλέπτω steal away in return aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλέβω — και κλέφτω και κλέπτω (AM κλέπτω, Μ και κλέπτω και κλέβ[γ]ω και κλέφτω) 1. παίρνω κάτι που δεν μού ανήκει, αφαιρώ από κάποιον κάτι κρυφά ή με απάτη, σφετερίζομαι, καταχρώμαι, ιδιοποιούμαι, υπεξαιρώ (α. «τής έκλεψαν τα λεφτά από την τσάντα» β.… …   Dictionary of Greek

  • ἀντἐξέκλεψαν — ἀντεξέκλεψαν , ἀντεκκλέπτω steal away in return aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.